Ο Απόκοπος του Μπεργαδή αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα των απαρχών της νεοελληνικής δημώδους γραμματείας. Αν και η ακριβής χρονολόγηση της σύνθεσής του παραμένει αντικείμενο συζήτησης, η σύγχρονη έρευνα το τοποθετεί στον 15ο αιώνα. Τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1509, από τον Νικόλαο Καλλιέργη, και θεωρείται το πρώτο γνωστό νεοελληνικό λογοτεχνικό έργο σε δημώδη γλώσσα που κυκλοφόρησε σε έντυπη μορφή. Οι αλλεπάλληλες βενετικές επανεκδόσεις του μαρτυρούν την ιδιαίτερα μεγάλη διάδοσή του για πολλούς αιώνες.
Το ποίημα αφηγείται ένα όνειρο που μετατρέπεται σε μια παράδοξη κάθοδο στον Κάτω Κόσμο. Ο αφηγητής, ύστερα από ένα κυνήγι, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αλληγορική εικόνα της ανθρώπινης ύπαρξης και κατόπιν συναντά τους νεκρούς, οι οποίοι τον ρωτούν επίμονα για τον κόσμο των ζωντανών, για τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους και για το αν εξακολουθούν να τους θυμούνται. Σε αντίθεση με πολλές μεσαιωνικές περιγραφές του Άδη, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στις σωματικές τιμωρίες και στη φρίκη της Κόλασης, αλλά στη μνήμη, στην απώλεια, στη λήθη και στην οδύνη του αποχωρισμού. Αυτή η μετατόπιση προσδίδει στο έργο έναν ασυνήθιστα ανθρώπινο και, για την εποχή του, εντυπωσιακά σύγχρονο χαρακτήρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο Μπεργαδής συνθέτει διαφορετικές πολιτισμικές και λογοτεχνικές παραδόσεις. Η έρευνα δεν έχει εντοπίσει ένα μοναδικό πρότυπο για τον Απόκοπο· αντίθετα, έχει επισημάνει ένα σύνθετο πλέγμα από βυζαντινές και λαϊκές ελληνικές παραδόσεις, δυτικοευρωπαϊκά και ιταλικά λογοτεχνικά μοτίβα, καθώς και στοιχεία ανατολικής και δυτικής εικονογραφίας. Στην αλληγορική αρχή του έργου έχουν αναγνωριστεί συγγένειες με την παράδοση του Βαρλαάμ και Ιωάσαφ και με εικονογραφικά μοτίβα γύρω από το δέντρο της ζωής, ενώ έχουν προταθεί παραλληλισμοί με τον Δάντη και, πιο συγκεκριμένα, ισχυρότερες σχέσεις με το Corbaccio του Βοκάκιου. Παράλληλα, η γλώσσα, ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος, οι τρόποι έκφρασης του πένθους και η συνομιλία των νεκρών με τους ζωντανούς συνδέουν το ποίημα με την ελληνική προφορική παράδοση, το δημοτικό τραγούδι και ιδιαίτερα τον κόσμο των μοιρολογιών.
Αυτή ακριβώς η δημιουργική συνύπαρξη Ανατολής και Δύσης είναι ένα από τα στοιχεία που καθιστούν τον Απόκοπο τόσο ξεχωριστό. Στο περιβάλλον της βενετοκρατούμενης Κρήτης, όπου η ελληνική και η ιταλική πολιτισμική παράδοση βρίσκονταν σε συνεχή επαφή, ο Μπεργαδής δεν αντιγράφει απλώς τα πρότυπά του αλλά τα μετασχηματίζει: υιοθετεί γνώριμα λογοτεχνικά, θρησκευτικά και λαϊκά μοτίβα, τα ανασυνθέτει και συχνά τα ανατρέπει. Γι’ αυτό και ο Απόκοπος έχει χαρακτηριστεί από τη φιλολογική έρευνα ως ένα από τα πιο γοητευτικά και αινιγματικά αφηγηματικά ποιήματα της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας και ως μια εξαιρετικά επιτυχημένη σύνθεση της δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης με την ελληνική λαϊκή δημιουργία.